Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Ιουλίου 2009

218

Ο ΕΦΟΠΛΙΣΤΗΣ

Όταν γέρασε ο εφοπλιστής, κι αφού ρούφηξε τα μεδούλια πολλών ανθρώπων, λευκών και έγχρωμων, αφού ρήμαξε και ρύπανε ό,τι έμψυχο και άψυχο συνάντησε στο διάβα του κι αφού έφαγε, ήπιε και γάμησε την αφρόκρεμα, αποφάσισε να σώσει την ψυχή του:  έφτιαξε ένα ιατρικό κέντρο για να προωθήσει την έρευνα στις μεγάλες αρρώστιες, ένα κέντρο προστασίας του περιβάλλοντος για τη διάσωση της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς κι ένα μουσείο μοντέρνας τέχνης.
Δεν μ’ απασχολούν οι πονηροί κι οι ηλίθιοι που τα χαρακτηρίζουν αυτά «σημαντικές προσφορές της ιδιωτικής πρωτοβουλίας»· μ’ απασχολεί το ότι όλο και πληθαίνουν οι πρόθυμοι για προσφορές εφοπλιστές.

ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ ΝΤΕ ΣΑΝΤ

Έναν καιρό εντρυφούσα μανιωδώς στα έργα του ντε Σαντ. Κάπου είχα διαβάσει πως μέσα στα όργιά του ήταν η μεγαλύτερη άρνηση της αστικής κοινωνίας, η εκ των ένδον απόρριψη της, η πρωιμότερη αμφισβήτηση της οικογένειας και της εξουσίας. Τα έβλεπα όλα αυτά, αλλά υπό συνεχή σηκωμάρα. Τελικά πήρε αυτή το πάνω χέρι, δεν μ’ άφηνε να προσηλωθώ. Η τσόντα ταιριάζει με την έγερση, όχι με την εξέγερση.

ΤΟ ΚΕΡΔΟΣ

Δεν μπορούσα να αφιερωθώ σ’ έναν τομέα, στην ποίηση ή στην αρχαία ιστορία, λόγου χάριν· ήθελα να μάθω όσο περισσότερα γινόταν. Φιλοσοφία, ιστορία, ψυχανάλυση, εκλαϊκευμένες επιστήμες… Μα το στομάχι της μνήμης θέλει καιρό την ίδια τροφή για να χωνέψει κάτι. Αμάσητα τα κατέβαζα αχώνευτα τα έβγαζε.
Σήμερα, ελάχιστα θυμάμαι. Παράξενα σπαράγματα μένουν, που οι γωνίες τους δεν ταιριάζουν. Η παλιά άγνοια έγινε ημιμάθεια. Όσο για το σαράκι μου, αυτό σε χειμερία νάρκη: γιατί έχω αποφασίσει πια πως δεν θέλω να τα ξέρω όλα.
Άφησε κι ένα κέρδος όμως όλη αυτή η βάσανος: πολύ εύκολα ξεχωρίζω τώρα τα σαφρίδια από τις γόπες.

Από το βιβλίο Ψίχουλα
Advertisements

Read Full Post »

Παραδοσιακό τραγούδι από τη Σινασό της Καππαδοκίας

Read Full Post »

109

Η λάμπα τρέμει στη βιτρίνα
σαν παγωμένη θεατρίνα
και στο μικρό ξενοδοχείο
έπεσε η νύχτα σα λαχείο.

Οι πόρνες κάτω από την τέντα
πιάνουν στο θάνατο κουβέντα
μα τελικά γυρνάν την πλάτη
σ’ αυτόν τον άβολο πελάτη.

Στο τρίτο πάτωμα οι λεσβίες
ακούν του δρόμου τις ρομβίες
και προσπαθούν με σάπια φίλτρα
να νιώσουν σκίρτημα στη μήτρα.

Κι εσύ που είσουνα για μένα
σαν αποβάθρα για τα τραίνα
σε ποιο σταυρώθηκες φανάρι
μια τέτοια νύχτα του Γενάρη;

Read Full Post »

Read Full Post »

.

Εκατό μέτρα πιο ψηλά από τα νερά
……όλα τα σβήνει η ανάσα του ιωδίου.
Ο φάρος: μια αναίτια κουκκίδα στον Βορρά,

θαυμαστικό που ξέμεινε σε φράση χωρίς ύφος·
……στα νώτα του φράχτης ρηχός το φρούριο του Ρίου.
Κάτω απ’ τα πόδια σου προβάρει διαρκώς

η θάλασσα ρυτίδες. Γλάροι
……αναρριχώνται προς τον ήλιο σ’ ευθεία γραμμή
προτού δύσουν μεμιάς σε μιας σκιάς το ημίφως.

Ένα βαρκάκι ουριοδρομεί. Ορτσάρει.
……Με το πανί του να φουσκώνει μοιάζει
πότε αερόστατο και πότε σαλιγκάρι.

Μια ποδηλάτισσα: σου γνέφει να περάσει.
……Οργώνει ο αέρας τον ανήφορο. Η ώρα ιδρώνει.
Βλέπεις το στήθος της. Βαρύ. Να λαχανιάζει.

Πάνω απ’ του κόλπου τα νερά μεσημεριάζει.

Read Full Post »

.

.

Εκατό μέτρα πάνω απ’ τον αφρό:
……σ’ αυτό το ύψος κάθε ηχώ φυραίνει· φτάνει
στ’ αυτιά δίχως σαφήνεια ή πειθώ, ξεθυμασμένη.

Tέσσερις σφήνες καρφωμένες στο νεφρό
…..της θάλασσας· στητές στο βάθρο τους –μια χοάνη
όλο τσιμέντο βλοσυρό–

στέκουν σαν σκύλοι ή οβελίσκοι θριαμβικοί,
…..προσηλωμένοι.
Από τ’ οδόστρωμα αναπέμπουν οι δοκοί

μια ψαλμωδία χαλύβδινη, επική,
…..σαν προσευχή από μηχανής σταλμένη.
Κερνούν αιθάλη οι εξατμίσεις, γκρίζα πάχνη

κυλάει στην άσφαλτο απ’ την κούφια τους κοιλιά –
…..πριν κι από κει ν’ αναληφθεί, σταλιά σταλιά
ώς των πουλιών την οικουμένη.

Ψηλά στα σύρματα το φως φτιάχνει μι’ αράχνη.

.

Read Full Post »

230

Είδα τη Βεατρίκη μου στο δρόμο, κι ευθύς ο δρόμος έγινε δρόμος ονείρου.
Αντιπαρήλθα πλάι της, σα διαβάτης, και όλη η ψυχή μου άνθισε ως σε άνοιξη.
Χαθήκαμε κι’ οι δυο στην κίνηση της πόλης, αλλά πλουτίσαν οι ανάμνησές μας
με την εικόνα του άλλου ζωντανή, και συντροφιά τα δυο του μάτια φωτοβόλα.
Στο πλάι μου, Φύλακες Άγγελοι, αιωρούμενα τα βλέμματα της αγάπης.
Άστρα εξαιρετικά στ΄ολόμαυρο Στερέωμα του γύρω μου κενού, έρημου χώρου.
Μας εδάμασε και τους δυο το μυστήριο που καλύπτει την ψυχή του πλησίον.
Μας έφερε αντιμέτωπους, στο χάος του εγκόσμιου βίου, πρόσωπο προς πρόσωπο.
Η κοινότατη γένηκε με μιας ζωή, για μας, θαύμα ονείρου.
Και τέφρα πολλή συγκάλυψε την πριν ανόητη φωτοχυσία.
Με μεγαλοπρέπειαν ανάτειλε για μας ο φλογερός ο Ήλιος των Μεσονυχτίων,
που συγκρατεί στην αγκαλιά του όλα τα πλήθη των Αστερισμών του Στερεώματος,
και ουδέποτε αναζήτησε τον όλεθρό τους στη γαλανή εξαφάνιση.
Μας εσυγκάλυψαν με μιας τα πυκνά νυχτερινά σύννεφα.
Επερπατήσαμε νυχτερινά σε δασώδη βουνά, σε συννεφιές μουντές, σαν θεοί·
χανόνταν οι συνομιλίες μας σε αιώνιες εκτάσεις,
κινούσαμε το ενδιαφέρον όλης της πλάσης, αγαπημένοι καθώς διαβαίναμε.
Σκοπός κανένας ή επιθυμία δε μας οδηγούσε σ’ αυτούς τους περιπάτους.
Ήταν η ξενοιασιά κι’ η αμεριμνησία των σκοτεινών κόσμων.
Η ευτυχία του μυστηρίου, που κρατώντας μας απ’ το χέρι, μας οδηγούσε.
Δε μας ετάρασσε η συνάντηση των ρυακιών, των πουλιών τα πετάγματα,
ούτε το φύσημα των ανέμων, ούτε ο θόλος της υγρασίας.
Όλα ήταν γοητεία, και δώρα ουράνια, και ανάπαυση παρά πολλή.
Αλλά ήρθε ο Χρόνος να σημάνει, ο γήινος, με τους μεταλλικούς τους ήχους,
που, αυτοί, περνούνε αλάθητα, σα σφαίρες, τα διαστήματα
και φθάνουν ως εμάς. Ήρθαν τα ρόδινα σύννεφα της Αυγής.
Ήρθεν ο Ήλιος. Να βγαίνει από τη θάλασσα και να φωτίζει.
Ήρθεν η Μέρα. Και η σφραγίδα των πλανήσεών μας.
Και οι δρόμοι να πληθαίνουνε από κίνηση, περίσκεψη πολλή, ασχολίες εγκόσμιες.
Μόνος προς την Ανάμνηση ανυψώνω τώρα τα χέρια ικετευτικά,
να μου χαρίζει κάποτε με όλη τη δύναμη τις στιγμές των ονείρων,
τώρα, που εφυγαδεύθηκαν, ίσως για πάντα, οι τέτοιες απέραντες νύχτες.

Read Full Post »

Older Posts »