Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Απρίλιος 2009

38

Πάλι πονώ
κι έχω μιαν αίσθηση ζωής
βαθιά
που με ανακουφίζει

Read Full Post »

42

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ έχεις τη δύναμη να συνενώνεις τα αντίθετα, την αγάπη της αρετής με την αδιαφορία απέναντι στην κοινή γνώμη, το κέφι για δουλειά με την αδιαφορία απέναντι στη δόξα, και τη μέριμνα για την υγεία με την αδιαφορία απέναντι στη ζωή.

Ο ΕΡΑΣΤΗΣ που αγαπιέται πολύ από την ερωμένη του φαίνεται να την αγαπά ο ίδιος λιγότερο, και το αντίστροφο. Άραγε να συμβαίνει με τα αισθήματα της καρδιάς ό,τι και με τις ευεργεσίες; Όταν πια δεν ελπίζεις να τις ξεπληρώσεις, πέφτεις στην αχαριστία.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ η ερωμένη; Μια γυναίκα που κοντά της δεν θυμάσαι πια ό,τι ξέρεις απ’ έξω κι ανακατωτά, δηλαδή όλα τα ελαττώματα του φύλου της.

ΤΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ σημερινά βιβλία δίνουν την εντύπωση ότι σκαρώθηκαν μέσα σε μια μέρα από βιβλία διαβασμένα την παραμονή.

ΛΕΓΕΤΑΙ ΣΥΝΗΘΩΣ: «Ακόμα και η ωραιότερη γυναίκα του κόσμου δεν μπορεί να σου δώσει παρά ό,τι έχει». Αυτό είναι εντελώς λάθος: δίνει ακριβώς ό,τι πιστεύεις εσύ πως παίρνεις, αφού στο είδος ετούτο την τιμή των όσων παίρνεις την καθορίζει η φαντασία.

Μετάφραση: Παναγιώτης Κονδύλης

Read Full Post »

fort-bei-qalat-i-gird-iran

.

ΕΡΠΕΙ ΣΤΙΣ ΑΛΠΕΙΣ χάλκινο το φίδι των βουνών.
Σεντόνι ωχρό που αφέθηκε στον άνεμο η Σαχάρα.
Παλιά θερμάστρα ηλεκτρική ο νους των ουρανών
αντιφεγγίζει στις υγρές κουρτίνες του Νιαγάρα.
Βουλιάζουν στα ζεστά νερά οι ακτές του Μπαγκλαντές,
μια σκοτεινή κατηφοριά που η θάλασσα δαγκώνει.
Στης Καρελίας το λίγο φως χίλιες λίμνες μουντές,
γυαλίζει άσπρος κυνόδοντας της Αρκτικής το χιόνι.
Σφύζουν φλεβίτσα γαλανή του Νότου οι ποταμοί,
ιδρώνει κόμπους κυάνιο το Δέλτα του Ορινόκου.
Υφαίνει αφρό ο Ατλαντικός, βαμβακερή γραμμή
απ’ τον ισθμό του Παναμά ώς τις θίνες του Μαρόκου.
Μια μάζα πράσινου ρευστού τα δάση, οκνή σειρά,
κυλούν απ’ τ’ Αππαλάχια ώς της Ασίας τον Ταύρο.
Πέφτει σαν δέρας κουναβιού στους ώμους του Βορρά
το παγωμένο κρύσταλλο, το κωνοφόρο μαύρο.
Στάμπα σβησμένη κέρινη στα μάτια η Αττική.
Η Πάρνηθα όγκος χλιαρός, καμένη ζελατίνα.
Νυστάζει ο Σαρωνικός. Θλιμμένη λοιμική,
τα πόδια του τα βρώμικα βυζαίνει αργά η Αθήνα.

.

Read Full Post »

Read Full Post »

dsc047252

Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ σήκωσε τα άδεια πιάτα από το τραπέζι.

­ — Σου άρεσε το φαγητό; με ρώτησε.

— Παίρνεις πάντα το ωραιότερο μέρος, της είπα.

— Τηλεφωνώ στον Κώστα, απέναντι, κι όταν έχει κατσικάκι μου στέλνει το λαιμό και τη σπάλα.

Την ώρα που την αποχαιρετούσα στην εξώπορτα, έβαλε το χέρι στην τσέπη της ρόμπας της – ακριβώς όπως παληά, όταν εξοικονομούσε λίγα χρήματα και μας έδινε για χαρτζηλίκι.

— Πάρ’ τα αυτά, μου λέει με χαμηλωμένο κεφάλι, εσύ χρησιμοποιείς λεωφορεία.

Ήταν τρία εισιτήρια των αστικών συγκοινωνιών. Κατάλαβα τη σημασία της προσφοράς: η μάνα μου μού δήλωνε πως δεν μπορούσε, πλέον, να ανέβει σε λεωφορείο.

Πράγματι· την ίδια εκείνη άνοιξη αρρώστησε και, ξαφνικά, πέθανε ξημερώματα.

— Εγώ φεύγω, μου είχε πει την παραμονή το βράδυ στο νοσοκομείο.

Κατεβήκαμε όλοι στον Πύργο, όπου και ο οικογενειακός μας τάφος. Προηγείτο το φέρετρο και ακολουθούσαμε εμείς.

Μέχρις ότου έρθει η ώρα της κηδείας, άρχισα να τριγυρνώ στα πέριξ του νεκροταφείου. Στις άκρες των ελαιώνων, δίπλα από τη σιδηροδρομική γραμμή, έβλεπα με έκπληξη κόκκινες ανεμώνες, που δεν θυμόμουν να υπήρχαν, όταν παιδιά ζούσαμε στο κοντινό χτήμα.

Έφτασα και σε αυτό. Δεν είχε απομείνει, φυσικά, τίποτα. Το πουλήσαμε στην Κατοχή –και τώρα είχε καταντήσει ένας γύφτικος οικισμός, εντός σχεδίου πια. Μια μπουλντόζα άνοιγε έναν ακόμη δρόμο.

Προχώρησα προς το μέρος όπου βρισκόταν το πατρικό μου. Ήταν μεσημεράκι, και επικρατούσε μια περίεργη ερημιά, ίσως γιατί όλοι κοιμόντουσαν, ή απουσίαζαν. Βρήκα το παληό μου σπίτι αγνώριστο, με προσθήκες από τσιμεντόλιθους και αλουμινένιες πόρτες. Από τα δέντρα και τον κήπο δεν είχε μείνει ούτε δείγμα.

Ξαφνικά είδα τη μανταρινιά! Μέσα σε όλον αυτό το χαλασμό, είχε καταφέρει να επιβιώσει. Γέρικη, σχεδόν αιωνόβια, με καταφαγωμένον τον κορμό και τα κλαδιά της χωρίς φύλλα, διατηρούσε ακόμη αρκετούς καρπούς, κάτι πολύ μικρά μανταρίνια, ίδια με εκείνα που έκανε και τότε, όταν σκαρφάλωνα επάνω της την άνοιξη κι έκοβα τα φρούτα της.

Τα καλοκαίρια με τις ζέστες υπέφερε πολύ. Αγωνιζόμουν να την διατηρήσω στη ζωή: δεν είχαμε αρκετό νερό, αλλά όταν μπορούσα της κουβαλούσα έναν δυο τενεκέδες να ξεδιψάσει.

Πλησίασα με συγκίνηση, ένιωθα σχεδόν τύψεις για τα χρόνια της δίψας της. Πώς επέζησε, έτσι εγκαταλελειμμένη, τόσα καλοκαίρια; Είχα να την δω μισόν αιώνα ακριβώς και ουδέποτε την είχα θυμηθεί.

Έφαγα δυο τρία μανταρίνια, έβαλα μερικά στην τσέπη μου, την χάιδεψα και έφυγα. Έσπευσα στο νεκροταφείο, όπου ήδη χτυπούσε πένθιμα η καμπάνα.

Κατά τη διάρκεια της ακολουθίας, παρατηρώντας το πρόσωπο της μητέρας μου, σκεφτόμουν όλα εκείνα τα παρελθόντα. Αφαιρέθηκα, κι ήταν η γυναίκα μου που με προέτρεψε:

— Πήγαινε να φιλήσεις πρώτος τη μητέρα σου.

Πλησίασα. Της άφησα το ματσάκι με τις κόκκινες ανεμώνες, της γλίστρησα στα χέρια τα τρία εισιτήρια του λεωφορείου και, χαϊδεύοντάς της το κρύο μάγουλο, της ψιθύρισα στο αυτί:

— Μάνα, η μανταρινιά μας ζει!

Από το βιβλίο: Ο οβολός και άλλα διηγήματα

Read Full Post »

17

Αέρας παίρνει τα μαλλιά σου
κι ο φωτογράφος τη μιλιά σου.
Φαίνεται πως κοιτάς εμένα
αλλά κοιτάς τα περασμένα

Βλέπω στο στόμα που σωπαίνει
μα η φωνή σου επιμένει.
Βλέπω τα μάτια που δεν ξέρω
ποιον ουρανό να τους προσφέρω.

Φωτογραφία του χειμώνα,
στο μάγουλό σου μια σταγόνα,
και το τοπίο που σε κλείνει
όλο απ’ έξω να μ’ αφήνει.

Βλέπω το στόμα που δεν ξέρει
το όνομά μου να προφέρει,
βλέπω τα μάτια που μου λένε
ότι για μένα δε θα κλαίνε.

Read Full Post »

schweizer-fussvolk2

Χορευτικό παραθαλάσσιο κέντρο, παραθαλάσσια νύχτα, γλυκιά μουσική σαν τη νύχτα, νύχτα μεθυστική σαν την επιθυμία.

Γεμάτα τα τραπέζια κόσμο που σιγοπίνει, ακούει, σιγοκουβεντιάζει. Μόνο αυτό το ζευγάρι χορεύει, ένα ζευγάρι σ’ ολόκληρη πίστα. Υπό τους ήχους της μουσικής, της νύχτας, της επιθυμίας και του φεγγαριού που, πλατς, έπεσε μέσα στη θάλασσα, και μια το κύμα το σπρώχνει να το βγάλει έξω στην αμμουδιά, και μια το γλιστράει να φύγει πάλι κατά μέσα.

Χορεύουν. Δήθεν χορεύουν. Ενώ φεύγουν, αλλάζουν κόσμο.

Με αυτά τα αργά μικρά βήματα, με αυτή την επιτόπου κίνηση, το ακατανίκητο τα υπνωτίζει. Με κλεισμένα τα μάτια τους το υπακούνε. Με τα κρεμασμένα  πάνω στους ώμους χέρια τους γαντζώνονται στο διάχυτο που τους συμβαίνει. Χορεύουν.

Δήθεν με το ρυθμό της μουσικής, ενώ άλλη ορχήστρα περιρρέουσα εξυφαίνεται τη φυγή τους, άλλα φώτα της φέγγουν κι άλλο φεγγάρι την υποδέχεται, όχι αυτό που πλατσουρίζει και τσαλακώνεται πάνω στο κύμα. Χορεύουν, σαν ο κόσμος όλος να ανάλιωσε σε μελωδία και να τους αφιερώθηκε.

Δήθεν χορεύουν. Ενώ ο ένας παραιτείται από την ύπαρξή του, για να εισχωρήσει μικρός, ελάχιστος, εξουθενωμένος στην ύπαρξη του άλλου. Και οι δύο θέλουν να εκλείψουν. Και πέφτουν, και οι δύο συγχρόνως, ο ένας στα μάτια του άλλου. Προς όνειρο κατευθύνονται.

Κι αν φτάσουν. Φοβού τα άκρα του. Διπλώνει και το άλλο χέρι της γύρω από το λαιμό του, δένονται, μη και χαθούνε μέσα σ’ αυτή τη χαώδη έκσταση. Αυτή ακουμπάει το κεφάλι της στο πέτο εκείνου. Δεν κοιμάται. Παραδίνει το νου της στη ζάλη, τον ξεφορτώνεται. Δήθεν χορεύουν. Ενώ τους έπεισε ο έρωτας να τον ακολουθήσουν. Να δούμε σε ποια έρημη, κακοτράχαλη σκοτεινιά θα τους παρατήσει. Κι από κει, ξέρεις, ψυχή δεν περνάει να βοηθήσει. Όποια πέρασε κάποτε δε θέλει να ξαναπεράσει.

Από το βιβλίο: Εκτός σχεδίου

Read Full Post »

Older Posts »