Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Απρίλιος 2012

Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, μαβιές και άσπρες, θέλω
να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, που ‘ναι
σα χόρτα στην άκρη του ποταμού.

 Ποιήματα 1944-1985
Advertisements

Read Full Post »

ΑΠΟ ΤΗ ΛΑΜΠΡΗ δε θυμάμαι κόκκινα αυγά, λαμπάδες μελένιες, κουλούρια αφράτα και αρνιά σουβλιστά. Θυμάμαι τα παπούτσια της μόνο που μας πήγαιναν στην Ανάσταση. Στοιχισμένα όλα στη σειρά από τα μικρότερα, τα χωρίς νούμερο τιρλικάκια, πλεγμένα από χέρια αγαπημένα, έως τα μεγαλύτερα, το ζευγάρι με το νούμερο σαραντατρία, που δεν το αξιώθηκα ποτέ. Το ζευγάρι αυτό μου το είχε αγοράσει ο μακαρίτης ο πατέρας μου, βιαζόταν πολύ να μεγαλώσω, ίσως διαισθανόταν κιόλας το κακό και αντί για νούμερο τριανταεπτά το Πάσχα, εκείνος μου χάρισε σαραντατρία…
Στοιχισμένα όλα στη σειρά, παπούτσια, παπουτσάκια της Λαμπρής, αγορασμένα στην Τρίπολη, στο Άργος, στο Ναύπλιο αλλά και από πλανόδιους εμπόρους, που σκαρφάλωναν τις γιορτές στα ορεινά, θα ήθελα μέρες που έρχονται να τα μνημονεύσω όλα, ένα προς ένα. Θα ήθελα, σαν τους λούστρους τους παλιούς, να πάρω βερνίκια, χρώματα, μπογιές, βαμβακερά πανάκια, καλαπόδια, χαρτόνια απ’ τα πακέτα των τσιγάρων  — μη λερωθούν οι κάλτσες οι παλιές —, βούρτσες μεγάλες και μικρές, σκληρές και μαλακές, να φορτωθώ στη ράχη μου το κασελάκι σαν την καμήλα απ’ το βερνίκι Κάμελ, να καθίσω οκλαδόν, ν’ αρχίσω το ξεσκόνισμα, το γυάλισμα που τους χρωστώ.
Τα πρώτα πραγματικά παπούτσια της Λαμπρής που φόρεσα ήταν ολόλευκα, δετά με κορδονάκια κόκκινα, νούμερο εικοσιένα, αγορασμένα από το μεγάλο παζάρι του Άργους. Ήταν δώρο της μητέρας μου μαζί μ’ ένα ζευγάρι ολόλευκα σοσόνια…

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Κοιτάχτε! μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.
Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένoς να παραξενεύομαι.
Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;
Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.
Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.
Γινόταν ήλιος.
Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.
Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.

Από τη συλλογή Μεταίχμιο Β΄

Read Full Post »

Η χαρά της ζωής και το άνοιγμα σε νέους κόσμους, ακόμη και στα πιο δύσκολα! Πολύ αισιόδοξη ταινία.

Read Full Post »