Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Ιουλίου 2011

Τι αγαπάμε όταν αγαπάμε, Θεέ μου;

Τον άνθρωπο ή την εικόνα του;

Τι χάσμα ανάμεσα απλώνει;

Read Full Post »

Αν είναι η αγάπη ανύπαρκτη, πώς τότε με φλογίζει ;
Αν πάλι υπάρχει αληθινά, για ποιους σκοπούς δουλεύει ;
Αν είναι αγνή και αγαθή, γιατί να με παιδεύει ;
Αν είναι ωστόσο μοχθηρή, πώς ηδονές χαρίζει ;

Άμα το θέλω που αγαπώ, πόνους πώς δοκιμάζω ;
Κι αν δεν το θέλω, τι ωφελεί η θλίψη ετούτη πάλι ;
Αν δεν μου είναι ποθητή, ποιος μου την επιβάλλει ;
Κι άμα μου είναι ποθητή, τότε γιατί στενάζω ;

Όπως η χλόη που λυγάει στον άνεμο υποφέρω,
Καθώς με φέρνει μια από δω και μια από την άλλη.
Σαν βάρκα κλυδωνίζομαι στα κύματα τα μαύρα,

Που μέσα στ’ άγριο πέλαγο δεν βρίσκει τ’ ακρογιάλι.
Κι ούτε ό,τι ξέρω θέλω πια, ούτε τι θέλω ξέρω.
Το θέρος νιώθω παγωνιά και το χειμώνα λάβρα.

Μετάφραση: Κώστας Κουτσουρέλης

Read Full Post »

Νύχτα. Ω διαλυμένο στα βαθιά 
πρόσωπο στο πρόσωπό μου εσύ. 
Εσύ, στη δική μου έκπληκτη ματιά  
μεγίστη υπεροχή. 

Γιατί λοιπόν, αφού θα  ‘ταν δυνατόν η διορία της ύπαρξης
να παρέλθει όπως η δάφνη, λίγο πιο σκούρα απ’ όλη
την άλλη πρασινάδα, με μικροσκοπικά κύματα στην άκρη
κάθε φύλλου (σαν ένα χαμόγελο ανέμου), γιατί τότε
άνθρωποι πρέπει να  ‘μαστε, και τη μοίρα αποφεύγοντας
να λαχταρούμε για μοίρα;…

                                           Αχ, όχι γιατί η ευτυχία υπάρχει,
τούτο το πρόωρο όφελος μιας επικείμενης απώλειας.
Όχι από περιέργεια, ούτε γι’  άσκηση της καρδιάς,
που και μες στη δάφνη θα μπορούσε να υπάρχει

Αλλά γιατί το να  ‘σαι δω είναι πολύ, και γιατί, καθώς φαίνεται,
οτιδήποτε εδώ μάς χρειάζεται, οτιδήποτε φθίνει και παράδοξα
σε μας αποτείνεται. Σε μας, τους πλέον φθίνοντες. Μία φορά
το καθένα, μονάχα μία φορά. Μία φορά και ποτέ πια. Κι εμείς επίσης
μία φορά. Ποτέ ξανά. Όμως αυτή τη
μία φορά να  ‘χεις υπάρξει, αν και μονάχα μία φορά,
επί της γης, να  ‘χεις υπάρξει, αμετάκλητο φαίνεται.

Κι έτσι επιεγόμαστε, θέλοντας να το εκπληρώσουμε,
θέλοντας στ’  απλά μας χέρια να το κλείσουμε,
στο βλέμμα που ξεχείλισε, στην αμίλητη καρδιά.
Θέλοντας να γίνουμε αυτό. Δίνοντάς το σε ποιόν; Καλύτερα
να το φυλάξουμε ολόκληρο για πάντα… Αχ, στην άλλη διάσταση
τι παίρνεις, αλίμονο, μαζί σου; Όχι τον τρόπο να βλέπεις,
που σιγά σιγά τον έμαθες εδώ, ούτε κάτι που εδώ να συνέβη. Τίποτε.
Άρα τα βάσανα. Άρα προπάντων το βάρος της ύπαρξης,
άρα τη μακρά πείρα της αγάπης, άρα
απολύτως το ανείπωτο. Όμως αργότερα,
κάτω απ’  τ’  άστρα, και λοιπόν; τ’  άστρα κι αν είναι ανείπωτα.
Κι όμως ο οδοιπόρος ακόμη κι απ’  την πλαγιά του απόκρημνου βουνού
δεν φέρνει στην κοιλάδα μία χούφτα γη, ανείπωτη σ’  όλους, αλλά
μια καθαρή, κερδισμένη λέξη, την κίτρινη και μπλέ
γεντιανή. Ίσως είμαστε εδώ για να λέμε: σπίτι,
γέφυρα, κρήνη, πύλη, κανάτα, οπωροφόρο, παράθυρο,
ή το πολύ: κολόνα, πύργος… μα για να τα λέμε, κατάλαβέ το,
ω να τα λέμε έτσι, που τα ίδια τα πράγματα ουδέποτε
κατά βάθος πίστεψαν πως είναι. Δεν είναι η κρυφή πονηριά
τούτης της λιγομίλητης γης, παροτρύνοντας τους ερωτευμένους,
μέσα σ’  αυτό που νιώθουν και καθετί να μαγεύεται;
Κατώφλι: και τι είναι για δύο
ερωτευμένους το αρχαίο κατώφλι της πόρτας τους
να το φθείρουν λίγο κι αυτοί, ύστερα από τόσους
που πέρασαν και πριν απ’  όσους έπονται…, απλό δεν είναι;
[…]

Απόσπασμα από την ένατη ελεγεία
Μετάφραση: Σωτήρης Σελαβής

					

Read Full Post »

Ό,τι καλό αφήνει ο χωρισμός:

περισσότερο χώρο

στη ντουλάπα.

Read Full Post »

Read Full Post »

Δεν στρέφει το βλέμμα στο χθες.

Κοιτά μπροστά.

Μη τύχει και όμοια η γυναίκα του Λωτ.

Read Full Post »

Νυχτώνει κι είν’ η ακτή μακριά κι είναι σιωπή∙
μολύβι στις κορφές η απεραντοσύνη
ειρκτή αδιόρατη και τρίκλιτη σκεπή
πάνω απ’ του λογισμού την άφατην οδύνη.

Μολύβι στις κορφές η απεραντοσύνη
συντρίμμια κομητών αέναα ταξιδεύουν
πάνω απ’ του λογισμού την άφατην οδύνη∙
χαμογελώντας οι νεκροί όλο αλαργεύουν.

Συντρίμμια κομητών αέναα ταξιδεύουν,
σταγόνες ουρανού τη θύμηση νοτίζουν∙
χαμογελώντας οι νεκροί όλο αλαργεύουν
κι αμέθυστοι οι στιγμές κυλούν και λαμπυρίζουν.

Σταγόνες ουρανού τη θύμηση νοτίζουν.
Μυριόκλωνη τ’ αλλοτινού καιρού η ροδιά
κι αμέθυστοι οι στιγμές κυλούν και λαμπυρίζουν,
γλιστρούν στης θάλασσας οι ανέμοι την ποδιά.

Μυριόκλωνη τ’ αλλοτινού καιρού η ροδιά
ξυπνούν πουλιά λαλούν για τη χαρά που εχάθη,
γλιστρούν στης θάλασσας οι ανέμοι την ποδιά∙
τ’ άνθος ποιος τ’ άγγιξε κι έγειρε κι εμαράθη.

Ξυπνούν πουλιά λαλούν για τη χαρά που εχάθη,
άγαλμα πάλλευκο η γυμνή ψυχή στα σκότη∙
τ’ άνθος ποιός τ’ άγγιξε κι έγειρε κι εμαράθη,
ηχώ μοναχικού κλειδοκυμβάλου η νιότη.

Άγαλμα πάλλευκο η γυμνή ψυχή στα σκότη
μ’ αηδόνια απά στο στήθος και δροσιά νωπή∙
ηχώ μοναχικού κλειδοκυμβάλου η νιότη.
Νυχτώνει κι είν’ η ακτή μακριά κι είναι σιωπή.

εκδόσεις στιγμή - ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ 24 - Δεκέμβριος 2009

Read Full Post »

Older Posts »