Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Φεβρουαρίου 2011

Στιγμή σπυρί της άμμου*

Ώρες κατακλυσμοί.

Μήνες βουνά.

 

*Γ. Σεφέρης, Στροφή
Advertisements

Read Full Post »

[…] Τον εγνώρισα τέλος και προσωπικά. Τον εγνώρισα σ’ ένα λαμπρό –τουλάχιστον τότε– και, υπηρεσιακώς, σχεδόν ανεξάρτητο, Παράρτημα του Υπουργείου της Προνοίας στην οδό Κοραή, μέσα σ΄ευρύχωρο κι αξιοπρεπέστατο γραφείο, με χαλιά, με καλοριφέρ, με καινούργια έπιπλα, με πέτσινες πολυθρόνες –κι εκείνος μόλις είχε γυρίσει από τη χειμωνιάτικη Ευρώπη, άψογα ντυμένος –όπως πάντα, άλλωστε– υπάλληλος με πολύ καλή θέση, πρόθυμος και περιποιητικός, τουλάχιστον στο φαινόμενο, ομιλητικός και συνετός. Ήταν μάλλον κοντόσωμος, του έλειπε κάποιος αέρας, κάποια άνεση· τα μάτια του έπαιζαν, ανήσυχα και άστατα. Το στόμα και το πηγούνι ήσαν χαρακτηριστικά βαρυθυμίας. Μα κατά τα λοιπά, σχεδόν τίποτε πάνω δεν έδειχνε κάτι το ιδιόρρυθμο ή το αποκαλυπτικό. Όσο για την ομιλία του, ήταν από τις λίγες τίμιες, στρωτές ομιλίες: ανεπιτήδευτη, κανονική, διαφωτιστική –και απλή. Το γέλιο του, μόνον αυτό δεν ήταν τόσον απλό. Ο Καρυωτάκης γελούσε συχνά, δηλαδή μάλλον χαμογελούσε συχνά· μα, παράξενο πράγμα! Ακριβώς αυτό το χαμόγελο ήταν το μόνο που φανέρωνε όλη του την πικρία! Χαμογελούσε, μπορεί να πη κανείς, μόνο με το μισό πρόσωπο. Τ’ άλλο μισό έμενε όπως και πριν. Κι έτσι, η φυσιογνωμία του γινόταν, θαρρείς, ακανόνιστη, διχασμένη, δισυπόστατη. Και κατέβαζεν αμέσως τα μάτια κάτω, σα να ‘κανε αμαρτία.

Ως την ημέρα του θανάτου του, ολίγες φορές είχαμε ξανασυναντηθεί, τις περισσότερες στην οδό Σταδίου. Ο Καρυωτάκης, ο ίδιος πάντα. Φορούσε τάχα την προσωπίδα του κοινωνικού ανθρώπου; Με ανεχόταν; Ίσως. Αφ’ ότου διάβασα τις Ελεγείες και Σάτιρες, αυτό πιστεύω. Μιλούσαμε πάντα σοβαρά. Ποτέ αστεία. Μα και ποτέ για τίποτε το πιο θερμό, το πιο οραματικό. Η τελευταία φορά, ήταν που τον είδα να ψάχνει μόνος του στα ράφια της Εθνικής Βιβλιοθήκης, ζητώντας να βρει λατινικά ρητά για την προμετωπίδα του βιβλίου του. Έπειτα έμαθα πως αυτοκτόνησε στην Πρέβεζα, όπου για λίγο διάστημα τον είχαν μεταθέσει. […]

Ποιήματα και πεζά
Επιμέλεια: Γ. Π. Σαββίδης

Read Full Post »

Καθισμένοι στην ακρογιαλιά
περιχαρακωμένοι
από συρματοπλέγματα σιωπής.

Τι να μιλήσεις
και πως να το πεις.

Απάντησε το ρόδο:
με τη μυρουδιά.

Απάντησε το μάτι:
με το βλέμμα.

Απάντησε το χέρι:
με το χάδι.

Η βοή των κυμάτων.

 

 

Read Full Post »

Αγριομυρίκη εν τη ερήμω
επικατάρατος εν γη αλμυρά. . .
Έτσι το θέλησα και μη ρωτάς
Κι αν τώρα θλίβομαι είναι που σ’ αφήνω

στους πέντε δρόμους δίχως να ’χω πει
για σένα όσα σου άξιζαν και δίχως
να σε δοξάσει ένας μου στίχος
Τόσο βαθιά τόσο πολύ

σε σώπασα μέσ’ στη ζωή μου
Δεν ήτανε για να φανερωθεί
ούτε με ουράνια λόγια να ειπωθεί
αυτό το μυστικό που ήσουν κι ήμουν

Σε όσους με ποιήματα τα αισθήματα μετρούν
τι θα ’χεις από μένα να τους δείξεις;
Μια τέτοια αγάπη. . . δίχως αποδείξεις. . .
Και ποιος αυτός ο Βέρνερ Λέιο θα ρωτούν

Με τι καρδιά με τι πνοή είχα πάρει
τή ζωή. . . Μα δεν την άλλαξα· ούτε εσύ
Γι’  αυτό λοιπόν «χαμένη υπόθεση»
ο ποιητής Βύρωνας Λεοντάρης

Read Full Post »

Δε θέλω τίποτε άλλο απόψε, τίποτε άλλο·
Μόνον αυτό το αργό το βράδυασμα κάτου απ’ τα δέντρα,
Το ήρεμο μόνο αυτό, τόσο μακάριο σάλεμά των,
Μόνο το πέρασμ’ αλαφρό πάνω στην όψη μου του αέρα.

Να σκοτεινιάζη αργά, μακρυά απ’ το δρόμο
Φωνές χαρούμενες των κοριτσιών να φτάνουν,
Κι όλα έτσι ν’ αλαργεύουν και να γίνονται όλα
Θαμπό τραγούδι μες στους βραδυνούς ίσκιους που σβήνει.

Δε θέλω τίποτε άλλο απόψε, τίποτε άλλο·
Μόνο ν’ ακούω θέλω το θρόισμα που σέρνεις,
Την πνοή σου μεσ’ από τα δέντρα, καλοκαίρι,
Που αύριο θα φύγης, που έχεις κιόλα φύγει.

Read Full Post »