Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Σεπτεμβρίου 2013

βυζαντιο2
                          Τι πράγμα είν' ο άνθρωπος, δεν το' χω καταλάβει, 
                          εκεί που σβήνει πυρκαγιές, άλλες φωτιές ανάβει.

Έτσι λέει ένα λαϊκό ελληνικό τραγούδι που μελοποιεί στίχους ενός σύγχρονου Έλληνα ποιητή. Να σβήνεις το κάψιμο της μνήμης για να το υποκαταστήσεις με τη φλόγα της ελπίδας ή του παραπόνου είναι αρχαία άσκηση, επαναλαμβανόμενη κάθε φορά που οδυνηρά γεγονότα μας κάνουν να επιστρέφουμε στο παρελθόν μας για να κατανοήσουμε ή να ξαναρχίσουμε μια τραυματισμένη ζωή. Αλλά πώς να επεξεργαστούμε τις δυστυχίες μας και να εμποδίσουμε την ανάμνηση των συμφορών να μας καταβάλει, ώστε αυτές να μας χρησιμεύουν να ξαναρχίσουμε τη ζωή και η λύπη που μας προκάλεσαν να είναι το μέσο μιας αναγέννησης; Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις αναμνήσεις και τον πόνο μας, να τα δουλέψουμε στον λεπτό αργαλειό του γραπτού λόγου για να ντύσουμε τη σκληρή γύμνια της απελπισίας με ένα πέπλο υφασμένο με αβρότητα και να κερδίσουμε κάτι που φαίνεται δραματικά χαμένο; Μπορεί η λογοτεχνία να εκπληρώσει αυτό το καθήκον; Μπορεί η ζωή να είναι λογοτεχνία και η λογοτεχνία ζωή; Μπορεί η γραφή να διαχειριστεί την υφιστάμενη βία με το να γίνει εργαλείο κατανόησης, ένα βάλσαμο στις πληγές της ψυχής, ή να μεταμορφωθεί σε ωμή εξιστόρηση για να αντιπαρατεθεί στο κακό που συνέβη;

Τα τρία κείμενα που παρουσιάζονται σε τούτο το βιβλίο μας μιλούν για ένα συλλογικό και επαναλαμβανόμενο δράμα, θύμα του οποίου υπήρξε η πόλη της Θεσσαλονίκης σε τρεις διαφορετικές στιγμές της ιστορίας της. Τρεις φορές αυτή η ένδοξη πόλη πάρθηκε με έφοδο, τρεις φορές καταλήφθηκε, τρεις φορές υπέστη τη βία και τον τρόμο της λεηλασίας, τρεις φορές οι κάτοικοί της γνώρισαν την υποδούλωση και την εξορία. Η έκπληξη των Βυζαντινών μπροστά σε μια τέτοια καταστροφή είναι τεράστια και οι χρονογράφοι δεν παραλείπουν να καταγράψουν την ανάμνηση αυτής της συμφοράς.

[…] τρεις διηγήσεις που χαρακτηρίζονται συχνά ως ιστορικές διηγήσεις ή χρονικά. Αλλά πρόκειται πραγματικά για ιστορία; Οι συγγραφείς μας ασκούν το επάγγελμα του ιστορικού;

Ευσταθίου Θεσσαλονίκης που αφορά την, ας ελπίσουμε, τελευταία άλωση της Θεσσαλονίκης (1185) 

Πριν από λίγο ο ήλιος ανέτειλε πάνω από τους αγρούς χωρίς να μπορέσει να διαλύσει τη φονική νύχτα, αφού ο ζόφος του θανάτου περιφρονούσε τις ηλιαχτίδες. Μόλις άνοιγε κανείς τα μάτια του μετά από γλυκό ύπνο, συναντούσε τον πικρό και παντοτινό ύπνο. Ένας αληθινός εφιάλτης κρεμόταν πάνω από τα κεφάλια όσων κοιμόντουσαν. Όποιος τον έβλεπε, έκλεινε τα μάτια για τελευταία φορά. Αυτός που ξυπνούσε και άφηνε το κρεβάτι βρισκόταν εκ νέου ξαπλωμένος από εχθρικό σίδερο που τον κοίμιζε με τον τρόπο που αυτό αγαπά. Το κακό αυτό θηρίο στρεφόταν εναντίον και όσων ήταν γυμνοί για να μην κουράσει τα δόντια του με τα ενδύματα που κάλυπταν τα σώματά τους.

* Τμήμα της εισαγωγής που συνοδεύει την έκδοση με τα κείμενα των Ιωάννη Καμινιάτη, Ευσταθίου Θεσσαλονίκης, Ιωάννη Αναγνώστη Χρονικά των αλώσεων της Θεσσαλονίκης.

Read Full Post »

DSC00151

DSC00153

DSC00237

DSC00227

DSC00031

DSC00223

DSC00244

DSC00208

DSC00233

DSC00051

Στη Πράγα συνυπάρχουν τέσσερις διαφορετικές εποχές, τέσσερα σημαντικά ρεύματα: η αρχιτεκτονική του γοτθικού ρυθμού, η τέχνη της Αναγέννησης, η αισθητική του μπαρόκ και της αρ νουβώ. Είναι ένα υπαίθριο μουσείο!

(περισσότερα…)

Read Full Post »

τσέχωφ

Δεν καταλάβαινα γιατί και πώς ζούσαν αυτοί οι εξήντα πέντε χιλιάδες άνθρωποι. Ήξερα ότι η Κίμρι ζούσε απ’ τις μπότες, ότι η Τούλα έφτιαχνε σαμοβάρια και όπλα, ότι η Οδησσός ήταν λιμάνι, τι ήταν όμως η πόλη μας και τι έκανε δεν γνώριζα. Η λεωφόρος Ντβοριάνσκι και οι δύο άλλοι ακριβότεροι δρόμοι ζούσαν απ’ τους τόκους του κεφαλαίου ή απ’ τους μισθούς που έπαιρναν οι δημόσιοι υπάλληλοι. Όμως από τι ζούσαν οι άλλοι οχτώ δρόμοι, που εκτείνονταν παράλληλα γύρω στα τρία βέρστια και χάνονταν πίσω απ’ τους λόφους, αυτό ήταν πάντα για μένα ένας άλυτος γρίφος. Και ντρέπεται κανείς να περιγράψει πώς ζούσαν αυτοί οι άνθρωποι! Ούτε πάρκο ούτε θέατρο ούτε ορχήστρα της προκοπής. Τη δημόσια βιβλιοθήκη και τη βιβλιοθήκη της λέσχης τις επισκέπτονταν μόνο νεαροί Εβραίοι, έτσι τα περιοδικά και τα καινούργια βιβλία στοιβάζονταν βδομάδες ολόκληρες με τις σελίδες τους άκοπες. Πλούσιοι και μορφωμένοι άνθρωποι κοιμούνταν σε στενόχωρες, αποπνικτικές κρεβατοκάμαρες, σε ξύλινα κρεβάτια γεμάτα κοριούς. Τα παιδιά τους έμεναν σε φριχτές βρόμικες κάμαρες που τις αποκαλούσαν παιδικά δωμάτια και οι υπηρέτες, ακόμα και οι ηλικιωμένοι, κοιμούνταν στο πάτωμα της κουζίνας, σκεπασμένοι με κουρέλια. Τις κανονικές μέρες τα σπίτια μύριζαν παντζαρόσουπα και τις μέρες της νηστείας μύριζαν μουρούνα μαγειρεμένη σε ηλιέλαιο. Το φαγητό δεν ήταν καλό και το πόσιμο νερό ήταν ανθυγιεινό. Στο συμβούλιο της πόλης, στο σπίτι του κυβερνήτη, του επισκόπου, στο σπίτι του κάθε πολίτη, οι άνθρωποι έλεγαν εδώ και πολλά χρόνια ότι η πόλη μας δεν είχε καλό ούτε φτηνό νερό κι ότι ήταν απαραίτητο να πάρουμε ένα δάνειο διακοσίων χιλιάδων απ’ το Υπουργείο Οικονομικών για την ύδρευση. Οι πολύ πλούσιοι, που στην πόλη μας, ήταν καμιά τριανταριά και μερικές φορές έχαναν ολόκληρες περιουσίες στα χαρτιά, έπιναν κι αυτοί  το μολυσμένο νερό  και μιλούσαν όλη τους τη ζωή με μεγάλο ενθουσιασμό για ένα δάνειο ύδρευσης – κι αυτό δεν το καταλάβαινα. Μου φαινόταν ότι θα ήταν πιο απλό να βγάλουν τις διακόσιες χιλιάδες απ’ την τσέπη τους και να τις διαθέσουν για το σκοπό αυτόν.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

DSC00366

Αγκομαχώντας ανέβαινε το μικρό λεωφορείο στις ανηφόρες. Στις κατηφόρες στροβιλιζόταν συγκρατημένα. Στο Στενό, στις Πλάκες, στη Χώρα. Και μόνο όταν έφτανε στην Ανάληψη, που ο δρόμος ίσιωνε, έπαιρνε ανάσα. Τερμάτιζε δίπλα στην άμμο, στο λιμανάκι του Σχοινώντα. Μια κατσαρή λωρίδα γης καταμεσής του Αιγαίου, η Αστροπαλιά.

Σε κάθε δρομολόγιο οι λιγοστοί επισκέπτες κρέμονταν από τα παράθυρα στο κενό. Οι ντόπιοι φωνασκούσαν, αδιαφορώντας για το τοπίο. Την γύμνια του βράχου με τα γαλάζια νερά. Το βλέμμα ακολουθούσε τον φιδωτό δρόμο. Θυμάρια, αγριοκάτσικα. Εδώ κι εκεί ένα λευκό εκκλησάκι ή προσκυνητάρι διέκοπτε την μονοτονία του άγονου. Μόλις σουρούπωνε, το μικρό λεωφορείο γινόταν, με τα νυσταλέα φώτα του, θαμπό στολίδι στο λαιμό της θάλασσας. Έβαζε τα δυνατά του σε κάθε στροφή για να καταπιεί, άλλη μια φορά, άλλη μια ανηφόρα.

Σε λίγες μέρες, θα μεταφέρει και τους τελευταίους τουρίστες στο πλοίο της επιστροφής. Τα φθινοπωρινά δρομολόγια θα αραιώσουν. Έως ότου, οι πρώτοι βοριάδες να βγάλουν απαγορευτικό για το τρεχαντηράκι της ξηράς, που θα αράξει αμέριμνα μέχρι το επόμενο καλοκαίρι!

(Αύγουστος 2013)

Read Full Post »