Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Σεπτεμβρίου 2009

Σαν να μην είχε ακόμα τίποτα συμβεί
Κυλούσε ο χρόνος σε μικρές ταχύτητες
Σε ρόδες με ακτίνες, κυκλικός, βόλτα
Στα κτήματα.

Ήλιος πυριφλεγέθων καίγοντας
Τις μέρες των ανθρώπων και τις φυλλωσιές.

Θα ‘τανε Αύγουστος, άταχτες φούστες στον αέρα.
Θα μύριζε χορτάρι δυνατά, ιδρώτας, χώμα,
Θα ακουγόταν το νερό στ’ αυλάκι
Η θυμηδία των αλόγων, μακρινά γαβγίσματα
Πίσω απ’ το διάφανο προπέτασμα των τζιτζικιών.

Γυαλιστερά ποδήλατα, γόνατα φέγγοντας,
Σύκα, σταφύλια,
Μπράτσα και ώμοι στρογγυλοί, όλα
Να τα καταδαγκώνουν λαίμαργα από παντού οι σκιές
Της άλλης μέρας, δοκιμάζοντας.

Θα ‘τανε κόκκινα τα μάγουλα των κοριτσιών
Από την έξαψη, θα ‘τανε φρούτα τα κορίτσια, γινωμένα
Να κοπούν.

Βουβή σκηνή, άχρωμη, άοσμη
Μαρμαρωμένη απ’ το βλέμμα μου.

Από τη συλλογή Το μαύρο άλμπουμ

Read Full Post »

333

Τότε την αντίκρυσε για πρώτη φορά. Ο άνεμος θέριζε τα μαλλιά της. Τα φύλλα απ’ τις λεύκες κροτάλισαν κι άστραψαν μ’ επάργυρη λάμψη. Ριπές φωτός χάραξαν το κρύσταλλο της ημέρας. Ολόκληρη η γη απεκδύθηκε για μια στιγμή τις σκιές της. Κι η υπόσταση των όντων συμπυκνώθηκε σ’ εκείνη. Τα επάλληλα είδωλά της διαγράφονταν μ’ ανεξίτηλην ακρίβεια στον αμφιβληστροειδή του.

Μετά ήταν στ’ ανάκτορα του χειμώνα – σιωπηλά άτρια, απέραντες αίθουσες πάλλευκου μαρμάρου, υδάτινες επιφάνειες, όπου αντανακλώνταν οι σκιές των καλεσμένων. Μυστική γεωμετρία του πάγου!

Μυριάδες μόρια παγωμένου χρόνου αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα. Έξω στους χιονισμένους κήπους, η λευκή σιγή εκτεινόταν ως την άκρη του ορίζοντα.

Κι έπειτα στον ναό. Η ασθενική ανάσα των κεριών τρεμόφεγγε, μετατοπίζοντας τις σκιές πάνω στους πέτρινους τοίχους. Στο κατανυκτικό σκοτάδι αντηχούσαν μονότονες ψαλμωδίες. Από το κυκλικό άνοιγμα του θόλου μια απ’ τις δεκατρείς Σελήνες της χρονιάς έχυνε, σαν βροχή από θραύσματα μαρμάρου, τον άπλετο άργυρό της.

Από τότε τα επάλληλα είδωλά της φώτιζαν τη μοναξιά και τα όνειρά του.

Από τη συλλογή Μεσομήδης

Read Full Post »

104

Σκληρό, πολύ σκληρό που οι άνθρωποι γερνάνε,
κι ό,τι κι αν κάνουν η ζωή τους αγνοεί –
ακαταπόνητη ροκάνα που ενοχλεί,
χάρη στα χέρια των παιδιών που την κρατάνε.

«Άμα σας πιάσω, θα χορτάσετε σφαλιάρες,
τους ενοχλείτε…, τους μεγάλους στο τραπέζι».
Ζωή, ροκάνα ενός κωλόπαιδου που παίζει,
σε κυνηγάνε με βρισιές και με κατάρες.

Είσαι το θράσος παλιοκόριτσου που χύνει,
μα κι ο λαγός που οι κυνηγοί καραδοκούν·
συ ΄σαι τα μάλλινα, εσύ κι η ναφθαλίνη,
συ τα Ηρώδεια, εσύ και τα cartoon.

Είσαι η Hoover που τους γέροντες σκουπίζει,
εσύ, το κέρας της Αμάλθειας που σφύζει.

Από τη συλλογή Αγοράκια Κοριτσάκια

Read Full Post »

102

Θα ‘ρθει μια μέρα που δε θα ‘χουμε πια τι να πούμε
Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια
Η σιωπή μου θα λέει: Πόσο είσαι όμορφη, μα δε
βρίσκω άλλο τρόπο να στο πω
Θα ταξιδέψουμε κάπου, έτσι από ανία ή για να
πούμε πως κι εμείς ταξιδέψαμε.

Ο κόσμος ψάχνει σ’ όλη του τη ζωή να βρει τουλάχιστο
τον έρωτα, μα δεν βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνά πως η ζωή μας  είναι τόσο μικρή
που δεν αξίζει καν να την αρχίσει κανείς.
Απ’ την Αθήνα θα πάω στο Μοντεβίδεο ίσως και
στη Σαγκάη, είναι κάτι κι αυτό δε μπορείς
να το αμφισβητήσεις.
Καπνίσαμε -θυμήσου- ατέλειωτα τσιγάρα
συζητώντας ένα βράδυ
-ξεχνώ πάνω σε τι- κι είναι κρίμα γιατί ήταν τόσο
μα τόσο ενδιαφέρον.

Μια μέρα, ας ήτανε, να φύγω μακριά σου αλλά κι
εκεί θα ‘ρθεις και θα με ζητήσεις
Δε μπορεί, Θε μου, να φύγει κανείς μοναχός του.

Read Full Post »

Read Full Post »

ΛΙΣΣΑΒΩΝΑ

DSC07308

DSC08002

DSC07982

DSC06737

DSC08147

DSC08091

ΣΙΝΤΡΑ

DSC07609

DSC07788

Από το φωτογραφικό αρχείο της Βιλελμίνας και του Νοτάριου

(Αύγουστος 2009)

Read Full Post »

232

Όχι κύριε, δεν μ’ αρέσουν τα τραγούδια σας
κι ας πουλάνε σαν πραλίνες Βρυξελλών.
Προτιμώ τις ψαλμωδίες μιας παλιάς θρησκείας
που σε κάνουν να λυγίζεις γόνατα και ράχη,
έστω κι αν η πίστη έχει ξεραθεί μέσα στα οστά σου.
Προτιμάω τους ενθουσιαστικούς παιάνες
μ’ όλες τις αιματοχυσίες που δεν βγάζουν πουθενά.
Προτιμάω την πασχαλινή στριγγλιά:
L’ hanno ammazzato* και τον θρήνο του Ισπανού μες στην αρένα.
Προτιμώ αυτό το νυχτοπούλι, σαν ανοίγω λίγο
να ‘μπει ο αέρας και να μου θυμίσει
ότι πρέπει να ξανακαπνίσω, αν δεν θέλω να μου στρίψει
κάτω από τα μουσικά νταβάνια της αυτόματης ψυχής.

*«Τον χάλασαν», με την κραυγή αυτή τελειώνει η Cavalleria Rusticana του Pietro Mascagni.

Νέα Εστία, Ιανουάριος 2005

Read Full Post »

Older Posts »