Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Ιουνίου 2012

Σκλήρυνε για να γελάσει ξανά

πέτρωσε για ν’ αναπνεύσει πάλι.

Το τίμημα της επιβίωσης.

Read Full Post »

Γιατί είναι η σωτηρία ερεβώδης,
γιατί ο κίνδυνος φαντάζει ελκυστικός,
ποιος ίλιγγος βαθύς, ποιος λευκοπόδης

άγγελος οδηγεί το βήμα μας διαρκώς…
Aπ’ την αρχή ό,τι πόθησα: ένα ύφος στιβαρό.
Γυμνό, ωστόσο· ευάλωτο. Σαν την ευθύνη

που δεν σε γονατίζει πια, αλλά έχει μείνει
στους ώμους το σημάδι της, βαρίδι και φτερό.
Ή την εκδίκηση, τη σκωπτική ερινύα

που σ’ ερημώνει με της νίκης τον χορό·
αυτήν που ευφραίνεται με το αίμα του Μαρσύα
και σέρνει την Κασσάνδρα στο ιερό.

…Ναι, έχεις όνομα, Ομορφιά. Σε λένε τιμωρία.
Φέρνεις το ρίγος των ανθών μες στην καλοκαιριά,
των φύλλων το τρικύμισμα στου δάσους την αιθρία

κείνη την ώρα που ξεσπάει η πυρκαγιά.

Από τη συλλογή αέρας αύγουστος

Read Full Post »

   Μνήμη  Π.Κ.

Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν᾿ αλλάξει
δεν μπορεί να γίνει τίποτε.
Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ᾿ αστέρια κι
ας ανάβουν οι φωτιές.

Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα βλέπεις
βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτη
τον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά το κορμί σου,
μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωπο
της μοναξιάς και της σιωπής
κι ας ανάβουν οι φωτιές.

Την ώρα που τέλειωσε η μέρα και δεν άρχισε η άλλη
την ώρα που κόπηκε ο καιρός
εκείνον που από τώρα και πριν από την αρχή κυβερνούσε το κορμί σου
πρέπει να τον εύρεις
πρέπει να τον ζητήσεις για να τον εύρει τουλάχιστο
κάποιος άλλος, όταν θα ῾χεις πεθάνει.

Είναι τα παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν
μπροστά στις φλόγες μέσα στη ζεστή νύχτα
(Μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε
κάποιο παιδί, ω Ηρόστρατε)
και ρίχνουν αλάτι μέσα στις φλόγες για να πλαταγίζουν
(Πόσο παράξενα μας κοιτάζουν ξαφνικά τα σπίτια,
τα χωνευτήρια των ανθρώπων, σαν τα χαϊδέψει κάποια ανταύγεια).

Μα εσύ που γνώρισες τη χάρη της πέτρας πάνω στο θαλασσόδαρτο βράχο
το βράδυ που έπεσε η γαλήνη
άκουσες από μακριά την ανθρώπινη φωνή της μοναξιάς και της σιωπής
μέσα στο κορμί σου
τη νύχτα εκείνη του Άι-Γιάννη
όταν έσβησαν όλες οι φωτιές
και μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ᾿ αστέρια.

Read Full Post »

Άθυρμα όλοι μας

στα χέρια του Έρωτα.

Υποταγή και δέος.

Read Full Post »

Με την θεωρία και την λειτουργία της κάθαρσης καταπιάνεται ο Αριστοτέλης στο έργο του Ποιητική, ως επιστέγασμα στην ανάλυση για την ποίηση και την τραγωδία. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η τραγωδία «διεγείρει τον έλεον και τον φόβον» και καταλήγει στην κάθαρση, στην οποία ο θεατής συμμετέχει διανοητικά και συναισθηματικά.
Η ερμηνεία της αριστοτελικής κάθαρσης θεωρείται από την εποχή της Αναγέννησης δυσνόητη και αινιγματική. Ωστόσο, οι μελετητές της Ποιητικής καταλήγουν στο συμπέρασμα, πως η θεωρία της κάθαρσης οικοδομείται πάνω σε δύο έννοιες: την ηθική και την ιατρική. Η έννοια της ηθικής κάθαρσης είναι συνυφασμένη με την αρετή, «ως το μέσον μεταξύ δύο άκρων, την έλλειψη και την υπερβολή». Η έννοια της ιατρικής κάθαρσης αποσκοπεί σε μια μορφή σωματικού εξαγνισμού, όπως λ.χ. οι ψυχοθεραπευτικές ιδιότητες της μουσικής. Σκοπός της τραγωδίας είναι να προκαλέσει στον θεατή συναισθήματα ελέου και φόβου, μέσω των τραγικών δρώμενων, ενώ σκοπός της κάθαρσης είναι να κρατήσει αυτά τα συναισθήματα εντός της αρετής, δηλαδή να μην φτάσουν στην υπερβολή ή την ανυπαρξία. Η κάθαρση που αισθάνεται ο θεατής στο τέλος της τραγωδίας, αποκαθιστά μια μορφή δικαιοσύνης, μέσω της τιμωρίας που αποδίδεται σε αυτόν που ξεπερνά την κοινωνική ηθική και το ανθρώπινο μέτρο. Η λειτουργία της κάθαρσης δημιουργεί ένα ψυχολογικό συμβολισμό, καθώς ο θεατής ταυτίζεται με τον πάσχοντα ήρωα, γιατί του ενεργοποιεί παρόμοια συναισθήματα από προσωπικές του εμπειρίες ή επιθυμίες. Με αυτόν τον τρόπο, ο θεατής μπαίνει στην θέση του ήρωα, βιώνει το δράμα του και «ανακουφίζεται» όταν, στο τέλος, επέρχεται η τάξη στην αταξία των παθών, η δικαιοσύνη στην ανομία, η ισορροπία του εσωτερικού και του εξωτερικού κόσμου. Με άλλα λόγια, ο θεατής πρέπει να λυτρωθεί από τα οδυνηρά του συναισθήματα, για να μπορέσει, μέσω αυτής της διαδικασίας, να βελτιώσει τον εαυτό του και η τραγωδία να εκπληρώσει τον διδακτικό της χαρακτήρα.
Όσον αφορά στις Βάκχες, η αριστοτελική κάθαρση επιτυγχάνεται στο τέλος του έργου, με τον θάνατο του Πενθέα από την μητέρα του. Ο Ευριπίδης, που στην συγκεκριμένη τραγωδία εξυμνεί την θεϊκή παντοδυναμία, αποκαθιστά την τάξη και την δικαιοσύνη, με την τιμωρία των δύο άπιστων θνητών, για να διατρανώσει ακριβώς τον σκοπό της κάθαρσης. Αφού, η πλοκή του έργου, έχει προκαλέσει στον θεατή συναισθήματα συμπόνιας για την μοίρα του Πενθέα και της Αγαύης, αλλά και φόβου από την σκληρότητα του Διονύσου, η έκβασή του, τον απελευθερώνει από το ψυχολογικό βάρος και τα προσωπικά συναισθήματα, που τα παθήματα των κεντρικών ηρώων, φέρνουν στην επιφάνεια. Στην διαδικασία αυτή, ο θεατής συμπάσχει και συνθλίβεται με τον πόνο της Αγαύης και του Κάδμου, αγωνιά για την εξορία που τους περιμένει, οργίζεται και διαμαρτύρεται με την ανελέητη συμπεριφορά του Διονύσου, θρηνεί τον διαμελισμένο Πενθέα, τρομοκρατείται από την θεία δύναμη και λυτρώνεται με την δήλωση του χορού. Πληθώρα συναισθημάτων διακατέχουν τον θεατή και τον υποβάλλουν σε μια γόνιμη αυτοαναφορικότητα.
Ωστόσο, στο τέλος δημιουργείται ο προβληματισμός για τα ανθρώπινα πάθη και το δέος για την θεϊκή τιμωρία. Συναισθάνεται ο θεατής, πως όποιος υπερβεί τα όρια, μπορεί να έχει την τραγική τύχη ενός Πενθέα ή μιας Αγαύης. Εδώ, οι Βάκχες επιβεβαιώνουν τον αριστοτελικό ορισμό περί τραγωδίας: γίνονται, δηλαδή, «μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας».

Τμήμα γραπτής εργασίας για τις Βάκχες του Ευριπίδη, στο πλαίσιο 
του προγράμματος "Ελληνικός Πολιτισμός" του Ανοιχτού Παν/μίου Κύπρου (2012).

Read Full Post »