Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Λόγου χάρη’ Category

axmatova.jpg

Σαν άσπρη πέτρα μέσα στο πηγάδι,
μια ανάμνηση εντός μου επιμένει.
Ούτε μπορώ ούτε θέλω να τη διώξω:
είναι χαρούμενη μαζί και λυπημένη.

Μου φαίνεται πως θα τη δει αμέσως
όποιος βαθιά στα μάτια με κοιτάξει.
Και θ’ απομακρυνθεί συλλογισμένος
σαν για μια θλιβερή ν’ άκουσε πράξη.

Ξέρω πως οι θεοί μεταμορφώναν
ανθρώπους σ’ αντικείμενα μ’ αισθήσεις
ώστε να ζουν παντοτινά οι εξαίσιες θλίψεις·
ως η ανάμνησή μου εσύ θα ζήσεις.

(1916)
Μετάφραση από τα ρωσικά: Γιώργος Τσακνιάς

Read Full Post »

2016

Αυτό το έτος που αρχίζει, Σου το εμπιστεύομαι, Θεέ μου.
Κάνε το ευτυχισμένο γι’ αυτούς που αγαπώ.
Πλούσιο σε πείρα.
Καθάριο σαν τις όμορφες μέρες του καλοκαιριού.
Φωτεινό σαν τα στάχυα,
σαν το γαλάζιο χρώμα των λουλουδιών και τις χρυσές μαργαρίτες,
καλό για όλους.

Αυτό το έτος που αρχίζει, Σου το εμπιστεύομαι, Θεέ μου.
Κάνε να το ζήσω με συνείδηση
και να προσφέρω στα μικρά καθημερινά καθήκοντα
τη φροντίδα μου και την έγνοια μου
και να δίνω σ’ αυτούς που μ’ εμπιστεύτηκαν
την εργασία μου και την υπομονή μου.

Αυτό το έτος που αρχίζει, Σου το εμπιστεύομαι, Θεέ μου.
Κάνε να το ζήσω με συνείδηση,
αργός στην πράξη μου. Προσεχτικός και με περίσκεψη,
να μοιάζω αυτούς που στέκονται για να σκέπτονται,
και που προσέχουν για ν’ ακούσουν,
και που σκύβουν για να βοηθήσουν.
Κάνε να προτιμώ πάντοτε
ένα καλοφτιαγμένο πράγμα, μέσα σε μια ήρεμη μέρα,
από πολλά ατελή πράγματα, μέσα σε μια θορυβώδη μέρα,
χωρίς ανάπαυση.

Αυτό το έτος που αρχίζει, Σου το εμπιστεύομαι, Θεέ μου.
Δίδαξέ μου σ’ όλες τις μέρες του,
την τέχνη της σωστής αγάπης και την αρετή της δικαιοσύνης.
Υπομονητικός μέσα στον πόνο. Γενναιόδωρος στη χαρά,
ποτέ εγωιστής…

Αυτό το έτος που αρχίζει, Σου το εμπιστεύομαι, Θεέ μου.

                  Από το Δεύτερο Βιβλίο της Λεζάρ.

 

Read Full Post »

DSC00572

Η ψυχή πιο σημαντική από το σώμα

Ο άνθρωπος είναι σαν το πουλί, που ο καιρός το στολίζει με πολύχρωμα πούπουλα. Όμως σαν έρθει ο καιρός θα μαδήσει τα πούπουλά του. Άμα δέσεις υπερβολικά την ψυχή σου με τα πούπουλα, ο καιρός μαζί με τα πούπουλα θα μαδήσει και την ψυχή σου. Ω, πόσο άσχημη θα είναι τότε η γύμνια σου!

Η σιωπή

Περί τριών πραγμάτων μην βιάζεσαι να μιλάς:
Περί του Θεού – μέχρι να στερεώσεις την πίστη σ’ Αυτόν. Περί της αμαρτίας του άλλου – μέχρι να θυμηθείς τη δική σου και περί της επόμενης ημέρας – μέχρι την αυγή της.

Αιωνιότητα

Κάθε αρετή προκαλεί αυτολησμονιά. Κάθε αρετή στην πλήρη έκφανσή της προκαλεί αυτοεξαφάνιση. Η κορυφαία αρετή, η αγάπη, σηματοδοτεί την πληρέστατη αυτολησμονιά και την πιο πλήρη αυτοεξαφάνιση.
Η αυτολησμονιά περνά στην αυτοεξαφάνιση, η αυτοεξαφάνιση περνά στην αιώνια ζωή.

Μην κομπάζεις με τη σοφία

Μην κομπάζεις με τη σοφία. Ούτε με του άλλου, αφού δεν είναι δική σου. Ούτε με τη δική σου∙ εφόσον κόμπασες σημαίνει ότι δεν την διαθέτεις αρκετά.
Κανένα λυχνάρι δεν καίει εάν δεν προσθέσουμε λάδι. Όλα τα λυχνάρια μπορούν να γεμίσουν, αλλά το λυχνάρι της σοφίας ποτέ.

Ο έπαινος και η επίπληξη

Ο έπαινος ή η επίπληξη, που μας έρχεται από τους ανθρώπους, πάντα χωρίζει την ψυχή μας στα δύο. Όταν μας επαινούν με το ένα μισό της ψυχής χαιρόμαστε για τον έπαινο, ενώ με το άλλο μισό θλιβόμαστε. Με το ένα μισό της ψυχής θλιβόμαστε όταν μας επιπλήττουν, ενώ με το άλλο μισό χαιρόμαστε. Αφού αισθανόμαστε στα μυστικά βάθη της ίδιας μας της γνώσης, ότι ούτε από μόνος του ο έπαινος ούτε από μόνη της η επίπληξη δεν τα είπε όλα για τον εαυτό μας.

Να είσαι προσεκτικός προς ακραίους επαίνους και ακραίες επιπλήξεις, και να θεωρείς ότι είσαι από τους πρώτους μικρότερος και από τους δεύτερους μεγαλύτερος. Ώστε να μην πετάξεις χωρίς φτερά και για να μην καταστραφείς χωρίς ελπίδα.

Ο φόβος από τον ίδιο τον εαυτό του

Όποιος ποτέ δεν τρόμαξε από τον ίδιο τον εαυτό του, αυτός δεν ξέρει για τον φόβο. Αφού όλα τα εξωτερικά τέρατα, τα οποία τρομάζουν τον άνθρωπο, βρίσκονται μέσα του, και μάλιστα στην ανόθευτη ουσία τους.
Υπάρχει κάποια άβυσσος μέσα μας, πάνω από την οποία όταν ο άνθρωπος μια φορά σκύψει παραμένει έως τον θάνατό του θαμπωμένος και τρομαγμένος.

Μην εμπιστεύεσαι την τύχη

Στον πλούτο να σκέφτεσαι, πώς με αξιοπρέπεια θα βαστάς στην ανέχεια.
Στην ευτυχία να σκέφτεσαι, πώς με αξιοπρέπεια θα βαστάς στη δυστυχία.
Όταν σε επαινούν οι άνθρωποι να σκέφτεσαι, πώς με αξιοπρέπεια θα βαστάς στον χλευασμό τους. Και σ’ όλη τη ζωή να σκέφτεσαι, πώς με αξιοπρέπεια θα πεθάνεις.

Η ματαιοδοξία

Όπως η κερασιά δεν φέρει καρπό πριν ρίξει τα άνθη, έτσι ούτε ο άνθρωπος δεν μπορεί να φέρει πνευματικό καρπό μέχρι να ρίξει από πάνω του τη σαρκική ματαιοδοξία και τον εξωτερικό στολισμό.

Μετάφραση από τα σερβικά: Σβετλάνα Πέτσιν, Ηλίας Σαραγούδας, 
Νεφέλη Σαραγούδα-Πέτσιν

Read Full Post »

ανθη1

Σαν, καλέ μου, πεθάνω
Μη μου πεις μοιρολόι θλιβερό·
Μη φυτέψεις στο μνήμα μου επάνω
Ρόδα ή κυπαρίσσι σκιερό:
Να με σκέπει η χλόη μόνο άσε,
Μουσκεμένη από χνώτο δροσιάς·
Κι άμα θες, με θυμάσαι,
Κι άμα θες, με ξεχνάς.

Δε θα βλέπω τον ίσκιο απ’ τα κλώνια,
Δε θ’ ακούω της βροχής το νερό,
Δε θ’ ακούω να λένε τ’ αηδόνια
Του καημού τους τον πρώτο σκοπό.
Μες σε ζόφο αξημέρωτο θα ‘μαι,
Σ’ ένα δείλι χωρίς νυχτωμό,
Μα, ποιος ξέρει, μπορεί να θυμάμαι,
Μα, ποιος ξέρει, μπορεί να ξεχνώ.

Μετάφραση: Κώστας Κουτσουρέλης

Read Full Post »

Mário+de+Andrade

«Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση.

Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά.

Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει.

Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες.

Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί.

Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους.

Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους.

Μισώ να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα. Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο… μετά βίας για την επικεφαλίδα.

Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες. Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται… Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα…

Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση.

Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους.

Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους.

Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους.

Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.

Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια.

Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή.

Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων…

Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.

Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει.

Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν…Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απʼόσες έχω ήδη φάει.

Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου.

Εύχομαι και ο δικός σου να είναι ο ίδιος γιατί με κάποιον τρόπο θα φτάσεις κι εσύ…»

* Απόσπασμα από το έργο του Βραζιλιάνου ποιητή, συγγραφέα, δοκιμιογράφου, φωτογράφου και μουσικολόγου Mario de Andrade (1893 – 1945).

Read Full Post »

βυζαντιο2
                          Τι πράγμα είν' ο άνθρωπος, δεν το' χω καταλάβει, 
                          εκεί που σβήνει πυρκαγιές, άλλες φωτιές ανάβει.

Έτσι λέει ένα λαϊκό ελληνικό τραγούδι που μελοποιεί στίχους ενός σύγχρονου Έλληνα ποιητή. Να σβήνεις το κάψιμο της μνήμης για να το υποκαταστήσεις με τη φλόγα της ελπίδας ή του παραπόνου είναι αρχαία άσκηση, επαναλαμβανόμενη κάθε φορά που οδυνηρά γεγονότα μας κάνουν να επιστρέφουμε στο παρελθόν μας για να κατανοήσουμε ή να ξαναρχίσουμε μια τραυματισμένη ζωή. Αλλά πώς να επεξεργαστούμε τις δυστυχίες μας και να εμποδίσουμε την ανάμνηση των συμφορών να μας καταβάλει, ώστε αυτές να μας χρησιμεύουν να ξαναρχίσουμε τη ζωή και η λύπη που μας προκάλεσαν να είναι το μέσο μιας αναγέννησης; Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις αναμνήσεις και τον πόνο μας, να τα δουλέψουμε στον λεπτό αργαλειό του γραπτού λόγου για να ντύσουμε τη σκληρή γύμνια της απελπισίας με ένα πέπλο υφασμένο με αβρότητα και να κερδίσουμε κάτι που φαίνεται δραματικά χαμένο; Μπορεί η λογοτεχνία να εκπληρώσει αυτό το καθήκον; Μπορεί η ζωή να είναι λογοτεχνία και η λογοτεχνία ζωή; Μπορεί η γραφή να διαχειριστεί την υφιστάμενη βία με το να γίνει εργαλείο κατανόησης, ένα βάλσαμο στις πληγές της ψυχής, ή να μεταμορφωθεί σε ωμή εξιστόρηση για να αντιπαρατεθεί στο κακό που συνέβη;

Τα τρία κείμενα που παρουσιάζονται σε τούτο το βιβλίο μας μιλούν για ένα συλλογικό και επαναλαμβανόμενο δράμα, θύμα του οποίου υπήρξε η πόλη της Θεσσαλονίκης σε τρεις διαφορετικές στιγμές της ιστορίας της. Τρεις φορές αυτή η ένδοξη πόλη πάρθηκε με έφοδο, τρεις φορές καταλήφθηκε, τρεις φορές υπέστη τη βία και τον τρόμο της λεηλασίας, τρεις φορές οι κάτοικοί της γνώρισαν την υποδούλωση και την εξορία. Η έκπληξη των Βυζαντινών μπροστά σε μια τέτοια καταστροφή είναι τεράστια και οι χρονογράφοι δεν παραλείπουν να καταγράψουν την ανάμνηση αυτής της συμφοράς.

[…] τρεις διηγήσεις που χαρακτηρίζονται συχνά ως ιστορικές διηγήσεις ή χρονικά. Αλλά πρόκειται πραγματικά για ιστορία; Οι συγγραφείς μας ασκούν το επάγγελμα του ιστορικού;

Ευσταθίου Θεσσαλονίκης που αφορά την, ας ελπίσουμε, τελευταία άλωση της Θεσσαλονίκης (1185) 

Πριν από λίγο ο ήλιος ανέτειλε πάνω από τους αγρούς χωρίς να μπορέσει να διαλύσει τη φονική νύχτα, αφού ο ζόφος του θανάτου περιφρονούσε τις ηλιαχτίδες. Μόλις άνοιγε κανείς τα μάτια του μετά από γλυκό ύπνο, συναντούσε τον πικρό και παντοτινό ύπνο. Ένας αληθινός εφιάλτης κρεμόταν πάνω από τα κεφάλια όσων κοιμόντουσαν. Όποιος τον έβλεπε, έκλεινε τα μάτια για τελευταία φορά. Αυτός που ξυπνούσε και άφηνε το κρεβάτι βρισκόταν εκ νέου ξαπλωμένος από εχθρικό σίδερο που τον κοίμιζε με τον τρόπο που αυτό αγαπά. Το κακό αυτό θηρίο στρεφόταν εναντίον και όσων ήταν γυμνοί για να μην κουράσει τα δόντια του με τα ενδύματα που κάλυπταν τα σώματά τους.

* Τμήμα της εισαγωγής που συνοδεύει την έκδοση με τα κείμενα των Ιωάννη Καμινιάτη, Ευσταθίου Θεσσαλονίκης, Ιωάννη Αναγνώστη Χρονικά των αλώσεων της Θεσσαλονίκης.

Read Full Post »

τσέχωφ

Δεν καταλάβαινα γιατί και πώς ζούσαν αυτοί οι εξήντα πέντε χιλιάδες άνθρωποι. Ήξερα ότι η Κίμρι ζούσε απ’ τις μπότες, ότι η Τούλα έφτιαχνε σαμοβάρια και όπλα, ότι η Οδησσός ήταν λιμάνι, τι ήταν όμως η πόλη μας και τι έκανε δεν γνώριζα. Η λεωφόρος Ντβοριάνσκι και οι δύο άλλοι ακριβότεροι δρόμοι ζούσαν απ’ τους τόκους του κεφαλαίου ή απ’ τους μισθούς που έπαιρναν οι δημόσιοι υπάλληλοι. Όμως από τι ζούσαν οι άλλοι οχτώ δρόμοι, που εκτείνονταν παράλληλα γύρω στα τρία βέρστια και χάνονταν πίσω απ’ τους λόφους, αυτό ήταν πάντα για μένα ένας άλυτος γρίφος. Και ντρέπεται κανείς να περιγράψει πώς ζούσαν αυτοί οι άνθρωποι! Ούτε πάρκο ούτε θέατρο ούτε ορχήστρα της προκοπής. Τη δημόσια βιβλιοθήκη και τη βιβλιοθήκη της λέσχης τις επισκέπτονταν μόνο νεαροί Εβραίοι, έτσι τα περιοδικά και τα καινούργια βιβλία στοιβάζονταν βδομάδες ολόκληρες με τις σελίδες τους άκοπες. Πλούσιοι και μορφωμένοι άνθρωποι κοιμούνταν σε στενόχωρες, αποπνικτικές κρεβατοκάμαρες, σε ξύλινα κρεβάτια γεμάτα κοριούς. Τα παιδιά τους έμεναν σε φριχτές βρόμικες κάμαρες που τις αποκαλούσαν παιδικά δωμάτια και οι υπηρέτες, ακόμα και οι ηλικιωμένοι, κοιμούνταν στο πάτωμα της κουζίνας, σκεπασμένοι με κουρέλια. Τις κανονικές μέρες τα σπίτια μύριζαν παντζαρόσουπα και τις μέρες της νηστείας μύριζαν μουρούνα μαγειρεμένη σε ηλιέλαιο. Το φαγητό δεν ήταν καλό και το πόσιμο νερό ήταν ανθυγιεινό. Στο συμβούλιο της πόλης, στο σπίτι του κυβερνήτη, του επισκόπου, στο σπίτι του κάθε πολίτη, οι άνθρωποι έλεγαν εδώ και πολλά χρόνια ότι η πόλη μας δεν είχε καλό ούτε φτηνό νερό κι ότι ήταν απαραίτητο να πάρουμε ένα δάνειο διακοσίων χιλιάδων απ’ το Υπουργείο Οικονομικών για την ύδρευση. Οι πολύ πλούσιοι, που στην πόλη μας, ήταν καμιά τριανταριά και μερικές φορές έχαναν ολόκληρες περιουσίες στα χαρτιά, έπιναν κι αυτοί  το μολυσμένο νερό  και μιλούσαν όλη τους τη ζωή με μεγάλο ενθουσιασμό για ένα δάνειο ύδρευσης – κι αυτό δεν το καταλάβαινα. Μου φαινόταν ότι θα ήταν πιο απλό να βγάλουν τις διακόσιες χιλιάδες απ’ την τσέπη τους και να τις διαθέσουν για το σκοπό αυτόν.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Older Posts »