Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

									

στον Κώστα

Ποιος άνεμος, της παίρνει τα χαρτιά
αφού παράθυρα δεν έχει ανοιχτά.
Μια δίνη, απ’ το μυαλό της ξεπηδά
με ρεύματα… θηρία κανονικά!

Κι εκεί, που τα χαρτιά της συμμαζεύει
αρχίζει λέξεις, κόμματα, τελείες ν’ ανακατεύει.
Την τέχνη της στιχουργικής, πως μαγειρεύει!
Αλίμονο, τα φάλτσα όμως, ν’ αποφεύγει.

Κοιτάζει τα χέρια της. Πώς έγιναν έτσι; Πού βρέθηκαν τόσες φλέβες, τόσες ελιές και σημάδια, τόσες ρυτίδες στα χέρια της;
Εβδομήντα χρόνια τα κουβαλάει μαζί της και ποτέ δεν γύρισε να τα κοιτάξει. Ούτε τότε που ήταν χλωρά, ούτε που μέστωσαν, ούτε που μαράθηκαν, ώσπου ξεράθηκαν.

Όλα αυτά τα χρόνια η έγνοια της ήταν αλλού, όχι στα χέρια της: μην κοπεί, μην καεί, μην τρυπηθεί, μην το παρακάνει το βράδυ με τον άντρα της –όποτε τύχαινε, μια στις τόσες– κι ακούσει πάλι τα λόγια του, καρφί στην καρδιά της “πού τα ‘μαθες αυτά μω γυναίκα;”
Κοιτάζει τα χέρια της σαν να τα βλέπει πρώτη φορά. Ξένα της φαίνονται, καθώς κάθονται άνεργα πάνω στη μαύρη ποδιά της, σαν προσφυγάκια. Έτσι της έρχεται να τα χαϊδέψει.

Και τι δεν τράβηξαν αυτά τα χεράκια, στα κρύα και στα λιοπύρια, στη φωτιά, στα νερά, στα χώματα, στα κάτουρα και στα σκατά. Πέντε χρόνια κατάκοιτη η πεθερά της, αλύχτησε ώσπου να της βγει η ψυχή.
Κοιτάζει πάλι τα χέρια της. Τι θα τα κάνει; Να τα κρύψει κάτω από την ποδιά της να μην τα βλέπει, να τα χώσει στην περούκα της διπλανής, που κοιμάται με το κεφάλι γουλί, να τα βάλει στις μάλλινες κάλτσες που της έφερε ο γιος της μόλις του ‘πε ότι κρυώνει εδώ στο γηροκομείο που την έριξε η μοίρα της; Τόσα χρόνια δεν γύρισε να τα κοιτάξει και τώρα δεν μπορεί να πάρει τα μάτια της από πάνω τους. Κι όταν δεν τα κοιτάει ή κάνει πως δεν τα κοιτάει, την κοιτάνε αυτά.

Άνεργα χέρια, τι περιμένεις, αφού δεν έχουν δουλειά κάθονται και κοιτάνε. Δεν είναι που κοιτάνε, άσ’ τα να κοιτάνε, είναι που κοιτάνε σαν να θέλουνε κάτι. Ξέρει τι θέλουν: να τα χαϊδέψει.
Δεν θα τους κάνει τη χάρη. Ντρέπεται, γριά γυναίκα, να χαϊδεύεται στα καλά καθούμενα.
Τα κοιτάζει κλεφτά και βλέπει μια σκουριά από καφέ στο δεξί. Σηκώνεται και πάει στο μπάνιο, πιάνει το μοσχοσάπουνο και πλένει τα χέρια της. Τα πλένει, τα ξαναπλένει, δεν λέει ν’ αφήσει το σαπούνι, της αρέσει έτσι που γλιστρούν απαλά, το ένα μέσα στο άλλο, “κοίτα”, λέει, “που μ’ έβαλαν να τα χαϊδέψω θέλοντας και μη, τα σκασμένα” και γελάει από μέσα της που δεν την κοιτάνε τώρα όπως πριν, χαμένα μέσα στους αφρούς και τα χάδια, σαν να ‘χουν κλείσει τα μάτια, μην τους πάει σαπούνι και τα πάρουν τα δάκρυα.

Από το βιβλίο γυναικών - μικρές και πολύ μικρές ιστορίες

Ενηλικιώθηκαν, εν μία νυκτί.

Πίσω τους, η παιδική ηλικία

μιας ολόκληρης ζωής.

Αμφίθυμοι και χαυνωμένοι

σπονδές και αίνους υψώνουμε

στην ηδονή του πόνου.

ΒΑΔΙΖΩ ΤΟ ΔΡΟΜΟ ΜΟΥ.

Το δρόμο μου, που έχει μόνο μια λωρίδα κυκλοφορίας: την δική μου. Στ’ αριστερά μου, ένας αιώνιος τοίχος χωρίζει το δρόμο μου απ’ το δρόμο κάποιου που βαδίζει δίπλα μου, απ’ την άλλη πλευρά του τοίχου. Πού και πού, σ’ αυτόν τον τοίχο βρίσκω μια τρύπα, ένα παράθυρο, μια σχισμή… Και μπορώ να κοιτάξω το δρόμο του γείτονα ή της γειτόνισσάς μου.

Μια μέρα, καθώς περπατώ, μου φαίνεται ότι βλέπω στην άλλη άκρη του τοίχου μια μορφή που κινείται στο δικό μου ρυθμό, προς την ίδια κατεύθυνση. Κοιτάζω αυτή τη μορφή: είναι μια γυναίκα. Είναι όμορφη.

Με βλέπει και αυτή. Με κοιτάζει. Την ξανακοιτάζω. Της χαμογελώ… Μου χαμογελά.

Παίρνει πάλι να βαδίζει το δρόμο της, κι εγώ επιταχύνω το βήμα μου γιατί ανυπομονώ για την επόμενη ευκαιρία να ξανασυναντηθώ με αυτήν την γυναίκα. Στο επόμενο παράθυρο κοντοστέκομαι μισό λεπτό. Όταν εκείνη φτάνει, κοιταζόμαστε μέσα από το άνοιγμα. Της δείχνω με νοήματα πόσο πολύ μου αρέσει.

Μου απαντά με νοήματα. Δεν ξέρω αν σημαίνουν ό,τι και τα δικά μου, αλλά διαισθάνομαι ότι καταλαβαίνει τι θέλω να της πω. Νιώθω ότι θα μπορούσα να σταθώ αρκετή ώρα να την κοιτάζω και να την αφήνω να με κοιτάζει, αλλά ξέρω πως ο δρόμος μου συνεχίζεται… Λέω στον εαυτό μου ότι ίσως, παρακάτω, να υπάρχει μια πόρτα. Και ίσως να μπορώ να την διαβώ για να συναντηθώ μαζί της.

Τίποτα δεν δίνει περισσότερη σιγουριά από την επιθυμία, κι έτσι επιταχύνω για να βρω την πόρτα που φαντάζομαι. Αρχίζω να τρέχω με την ματιά μου καρφωμένη στον τοίχο.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Ό,τι μένει από την απώλεια.

Ό,τι μένει από τη συντριβή.

Ότι ζήσαμε, ό,τι ποθήσαμε.

Η αγάπη σου αφηρημένη
γι’ αυτό και τίποτα δε μένει
και πριν ο κύκλος της περάσει
εσύ είσαι κιόλας σ’ άλλη φάση.

Δεν έχει μείνει από το πάθος
ούτε σημάδι ούτε ένα λάθος
αλώβητος έρχεσαι φεύγεις
τι να ‘ναι εκείνο που γυρεύεις;

Καθένας μόνο στη ψυχή του
νιώθει το πώς και το γιατί του
και πάντα καταβάθος ξέρει
το κάθε βήμα τι θα φέρει.

Όμως όσοι έχουν αγαπήσει
και τον εαυτό τους λησμονήσει
έστω για μια φορά μονάχα
τι άλλο να θέλουν τώρα τάχα;

Χώμα, νερό, φωτιά κι αέρα
τα έχουνε νιώσει πέρα ως πέρα
τα υλικά της ευτυχίας
και της κρυμμένης τους αιτίας.

Καθένας μόνο κι η ψυχή του
νιώθει το πώς και το γιατί του
και πάντα καταβάθος ξέρει
το κάθε βήμα τι θα φέρει.

Τόσα μυστήρια πώς να ανοίξω
μόνο την πάχνη τους θα αγγίξω
όμως δε θα ‘θελα να μείνω
με γεύση απ’ το όνειρο εκείνο.

Δεν ήταν εύκολο κι ωστόσο
γυρίζω για να σ’ αθωώσω
και για να φτιάξω ακόμα ένα
απ’ τα τραγούδια μου για σένα.

Εσύ μονάχα κι η ψυχή σου
ήξερε τότε το γιατί σου
μακάρι πια τα περασμένα
να ‘ναι διάφανα για σένα.

Γιατί καθένας στη ψυχή του
νιώθει το πώς και το γιατί του
και πάντα καταβάθος ξέρει
το κάθε βήμα τι θα φέρει.

Μουσική και ερμηνεία: Μελίνα Τανάγρη
Από τον δίσκο "Μελίνα απ' το μέλι"

Παλαιότερα άρθρα »

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.