Λένε ότι σήμερα δεν πετυχαίνει τίποτα επειδή οι άνθρωποι δεν κάνουν πράγματα από κοινού. Αλλά για να κάνουν οι άνθρωποι πράγματα από κοινού, προϋποθέτει πως έχουν κοινά. Το μόνο κοινό που έχουν είναι ότι θέλουν να κάνουν αυτό που τους συμφέρει. Αυτό το κοινό, φυσικά, τους χωρίζει, αφού σπάνια το συμφέρον τους είναι κοινό.
ͼ
Η φύση είναι πληκτική. Αν δεις ένα έλατο, τα έχεις δει όλα, αν δεις ένα ελάφι, τα έχεις δει όλα. Η μανία του ανθρώπου να ανακαλύψει, να καταγράψει και να ταξινομήσει όλα τα είδη του πλανήτη δείχνει το ένα και μοναδικό του ενδιαφέρον, που είναι να ξέρει ποιο είδος καταστρέφει κάθε φορά, ώστε να καταγράψει την καταστροφή του. Η φύση του ανθρώπου είναι αντιφυσική.
ͼ
Ο άνθρωπος είναι δειλός, δεν τολμά να κοιτάξει τις πλευρές του εαυτού του που δεν αντέχει. Βάζει τα ελαττώματά του στην αποθήκη και τα προτερήματά του στη βιτρίνα. Γι’ αυτό οι αποθήκες είναι πάντα πιο ευρύχωρες από τις βιτρίνες.
ͼ
Τι είναι η δύναμη και πώς κατανέμεται; Είμαι άραγε δυνατός όντας μόνος, όντας ικανός να είμαι μόνος; Ή μήπως όλη αυτή η δύναμη είναι μια αχαλίνωτη ψευδαίσθηση; Ένα πράγμα ξέρω για τη δύναμη: το πρόβατο μακριά από το μαντρί το τρώει ο λύκος, ενώ μέσα στο μαντρί το τρώει ο βοσκός.
ͼ
Στην αρχαιότητα αναζητούσαν το μέτρο επειδή δεν το είχαν. Στον μεσαίωνα αναζητούσαν τη λογική επειδή δεν την είχαν. Στη νεωτερικότητα αναζητούσαν το συναίσθημα επειδή δεν το είχαν. Στη μετανεωτερικότητα αναζητούν το νόημα επειδή δεν το έχουν. Μετά τη μετανεωτερικότητα θα αναζητούν τον άνθρωπο επειδή δεν θα τον έχουν.
Σκοτάδι πίσσα πανικού
Ακούω ήχον έρποντος
βηματισμού
Περιποιήσεις του πλησίον
άρτι αφιχθέντος από του κόσμου
Θα είναι νύχτα ή ημέρα
περίπου νύχτα ίσως
ή περίπου μέρα
Τόσα γνωρίζω για του χρόνου τη ροή
Είμαι καλά
Τούτο πιστοποιούν οι ειδικοί
Ήτοι οι ορθοπεδικοί
Λεν : “πτώμα ίσιο όλο ζωή”
Δεν καμπουριάζουν βλέπεις οι νεκροί
Τι κι αν υπήρξαν ζωντανοί
μια τσακισμένη βέργα
Γιατί πολύ αγαπήθηκε, δε θα τη βρεις, εκεί που
μοναχή κουρνιάζει, αλλοπαρμένη, κι από παντού τη
χρύσωσαν και την κρατούν, χίλια βελόνια φορεσιά
σφραγίζει, μύρια βελόνια να κρυφτούν τα ματωμέ-
να της, το χαλασμένο δέρμα να κρυφτεί, στόμα
που εφίλειε.
Κι απ’ το πολύ που χάλκευε και πελεκά το άδικο
των πετραδιών, τ’ αμύθητα, τη βία των μετάλ-
λων, τα δάχτυλα, μόλις που γνώρισαν το στίλβος,
τα τρυφερά της δάχτυλα ένα ένα λιώνοντας στο
έρεβος των χρυσοφόρων.
Στη σιδερή της φορεσιά σωπάζοντας, μετά τον
τρόμο, δέσποινα που αγαπήθηκε πολύ,
Η Ξένια Σιμόνοβα ζωγραφίζει πάνω σε άμμο την ιστορία της πατρίδας της, σε τηλεοπτικό διαγωνισμό ταλέντων και προκαλεί την συγκίνηση του κόσμου. Φυσικά, κέρδισε το πρώτο βραβείο!
Στο φρύδι εδώ του Τυμφρηστού, ψηλά στο Καρπενήσι
Δάσoς τα φώτα απλώνουνε γύρω κλαδιά πλοκάμια
Μπαρ ορεσίβια και σαλέ αλπικά με θέα τη φύση
Κάτω απ’ τα πενταώροφα πνιγμένα τα ποτάμια
Δάσος τα φώτα απλώνουνε γύρω κλαδιά πλοκάμια
Στις στέγες σέρνεται πηχτή μια ομίχλη σαν του βάλτου
Κάτω απ’ τα πενταώροφα πνιγμένα τα ποτάμια
Κυλούν τα τετρακίνητα στο τσόφλι της ασφάλτου
Στις στέγες σέρνεται πηχτή μια ομίχλη σαν του βάλτου
Μι’ αφίσα από σχολή χορού: Τango! Samba! Μπαλέτο!
Κυλούν τα τετρακίνητα στο τσόφλι της ασφάλτου
Όμως το χιόνι το πολύ αργεί να πέσει εφέτος
Μι’ αφίσα από σχολή χορού: Τango! Samba! Μπαλέτο!
Λάτρεις των λιφτ, σκιέρ σκυφτοί, μαιτρ τρομεροί του πάγου
Όμως το χιόνι το πολύ αργεί να πέσει εφέτος
Κι όλοι της πίστας οι πιστοί μέρες αργές διάγουν
Λάτρεις των λιφτ, σκιέρ σκυφτοί, μαιτρ τρομεροί του πάγου
Πιάνουν κουβέντα ενώ ρουφούν παχύ latte macchiato
Όλοι της πίστας οι πιστοί μέρες αργές διάγουν
Κι ανόρεχτα τσιμπολογούν βουτήματα απ’ το πιάτο
Πιάνουν κουβέντα ενώ ρουφούν παχύ latte macchiato
Στα ρεστωράν και στα καφέ ψάχνουν να βρουν μια λύση
Κι ανόρεχτα τσιμπολογούν βουτήματα απ’ το πιάτο
Στο φρύδι εδώ του Τυμφρηστού, ψηλά στο Καρπενήσι